επικεφαλίδα

η (Α ἐπικεφαλίς)
νεοελλ.
1. λέξη ή φράση που είναι γραμμένη στο πάνω μέρος χαρτιού, φακέλου ή εντύπου
2. λέξη ή φράση που αναγράφεται στην αρχή ενός κειμένου και αναφέρεται στο περιεχόμενο
αρχ.
το επιστέγασμα ξύλινου συγκροτήματος ή πολιορκητικής μηχανής, το κεφαλάρι, το πανωκέφαλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + κεφαλίς (υποκοριστικό τού κεφαλή). Η λ. με τη νεοελλ. σημασία μαρτυρείται από το 1882 στο Ημερολόγιο Νέων Ιδεών].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επικεφαλίδα — η 1. λέξη ή φράση γραμμένη ή τυπωμένη στο πάνω μέρος χαρτιού (φακέλου ή εντύπου). 2. ενδεικτική (της έννοιας) λέξη ή φράση που γράφεται πάνω από κάποιο κείμενο ή τμήμα του, τίτλος: Επικεφαλίδα άρθρου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άτιτλος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει τίτλο ή επικεφαλίδα 2. (για κυριότητα ακινήτου) αυτός που δεν έχει συμβολαιογραφική πράξη ιδιοκτησίας …   Dictionary of Greek

  • εντυγχάνω — ἐντυγχάνω (AM) 1. (με δοτ. προσ.) κατά τύχη συναντώ, απαντώ, βρίσκω κάποιον («ἐντυγχάνοντες ἀλλήλοισι» συναντώντας ο ένας τον άλλο, Ηρόδ.) 2. (για κείμενα, βιβλία, επιστολές κ.λπ.) παίρνω κατά τύχη στα χέρια μου, (και επομένως) διαβάζω, μελετώ 3 …   Dictionary of Greek

  • κέλης — ο (ΑΜ κέλης, Α δωρ. τ. κέληξ) άλογο ιππασίας νεοελλ. ναυτ. ελαφρά, επιμήκης και ταχεία κωπήλατη λέμβος στην οποία οι ερέτες κάθονται αντίθετα προς την πλευρά κίνησης τού φτερού τής κώπης, αλλ. φαλαινίς αρχ. 1. (συχνά στην επικεφαλίδα ωδών τού… …   Dictionary of Greek

  • πρόσγραμμα — τὸ, Α [προσγράφω] 1. επικεφαλίδα 2. πρόσθετος κανονισμός …   Dictionary of Greek

  • τίτλος — ο, ΝΜΑ, και τίτυλος Μ, και τίτουλας ΜΑ, και τίτλος, ἡ, Α νεοελλ. μσν. λέξη ή σύντομο κείμενο που δηλώνει το περιεχόμενο ενός συγγράμματος, ενός θεατρικού έργου, ενός κεφαλαίου ή παραγράφου, επικεφαλίδα νεοελλ. 1. ονομασία επιχείρησης, ιδρύματος,… …   Dictionary of Greek

  • τιτλοφορώ — Ν 1. απονέμω σε κάποιον τίτλο, τιμητική διάκριση, προσαγορεύω με τίτλο ευγενείας 2. χαρακτηρίζω με τίτλο, δίνω ονομασία («τιτλοφόρησαν την οργάνωσή τους Φίλοι τού περιβάλλοντος») 3. βάζω τίτλο, επικεφαλίδα, επιγράφω κείμενο ή έντυπο («το κύριο… …   Dictionary of Greek

  • άτιτλος, -η — ο ο χωρίς τίτλο, χωρίς επιγραφή ή επικεφαλίδα: Μερικές φορές έδινε στην εφημερίδα τα άρθρα του άτιτλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καλλιγραφώ — και καλλιγράφω καλλιγράφησα, καλλιγραφημένος, γράφω κάτι με ωραία και αρμονική γραφή: Καλλιγράφησα μόνο την επικεφαλίδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τίτλος — ο (λ. λατ.) 1. επιγραφή που δηλώνει το περιεχόμενο συγγράμματος, θεατρικού έργου κτλ., επικεφαλίδα: Ποιος είναι ο τίτλος του βιβλίου; 2. ονομασία καταστήματος, ιδρύματος κτλ.: Το μαγαζί είχε πριν άλλο τίτλο. 3. αξίωμα, βαθμός αριστοκρατικής… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.